Όνειρο ήταν…

Η μουσική ξεχυνόταν από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, σκορπίζοντας χαρούμενες μελωδίες σε όλη τη διαδρομή. Τα γέλια μας συναγωνίζονταν την έντασή της και η καλοκαιρινή ανεμελιά χρωμάτιζε τα πρόσωπά μας. Ένας αιματοβαμμένος ουρανός έκρυβε σιγά σιγά τον ήλιο στέλνοντάς τον στη δύση του και αυτή η μαγική εικόνα ήταν ικανή να σε ταξιδέψει έστω κι αν στεκόσουν κάπου ακίνητος.

Φτάσαμε στο γραφικό ταβερνάκι που ήταν έτοιμο να κατευνάσει την πείνα μας και καθίσαμε σε ένα τραπέζι εκεί ακριβώς όπου έσκαγε το κύμα. Θεσπέσιες μυρωδιές γαργαλούσαν τη μύτη μας και αδημονούσαμε για την ώρα που τα πιάτα με τους λαχταριστούς μεζέδες θα έφταναν και σε εμάς.

Η μουσική ξεχυνόταν από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, σκορπίζοντας χαρούμενες μελωδίες σε όλη τη διαδρομή. Τα γέλια μας συναγωνίζονταν την έντασή της και η καλοκαιρινή ανεμελιά χρωμάτιζε τα πρόσωπά μας. Ένας αιματοβαμμένος ουρανός έκρυβε σιγά σιγά τον ήλιο στέλνοντάς τον στη δύση του και αυτή η μαγική εικόνα ήταν ικανή να σε ταξιδέψει έστω κι αν στεκόσουν κάπου ακίνητος.

Φτάσαμε στο γραφικό ταβερνάκι που ήταν έτοιμο να κατευνάσει την πείνα μας και καθίσαμε σε ένα τραπέζι εκεί ακριβώς όπου έσκαγε το κύμα. Θεσπέσιες μυρωδιές γαργαλούσαν τη μύτη μας και αδημονούσαμε για την ώρα που τα πιάτα με τους λαχταριστούς μεζέδες θα έφταναν και σε εμάς.

Όση ώρα περιμέναμε ξέκλεψα λίγο χρόνο από την παρέα μου για να παρατηρήσω σιωπηλά τους γύρω μου. Πόσο χαρούμενοι και χαλαροί έδειχναν όλοι. Πόσα χαμόγελα φώτιζαν με τη βοήθεια των κεριών τούτη την αυγουστιάτικη νύχτα, τη γεμάτη αγκαλιές και φιλιά.

Απέναντί μου καθόταν εκείνη, με τη θάλασσα να μουσκεύει το βλέμμα της. Χαμογελούσε κι ένιωθα πως είχα μπροστά μου το φεγγάρι. Μάλλον κατάλαβε πως την κοιτούσα και για άλλη μια φορά μαγεμένος από τη μορφή της την είδα να μου χαμογελά πονηρά και αθώα συνάμα. Ύστερα άπλωσε το χέρι της και το έπλεξε με το δικό μου. Γέμισε η καρδιά μου από ευτυχία, πλημμύρισε από γαλήνη. Έπιασα τα ακροδάχτυλά της και τα χάιδεψα τρυφερά.

 

Σκεφτόμουν τι άλλο θα μπορούσε να κάνει αυτό το βράδυ πιο ξεχωριστό, όταν δύο νεαρά παλικάρια κι ένας ηλικιωμένος κύριος διέσχισαν τα τραπέζια κρατώντας τα μουσικά τους όργανα. Κάθισαν στο τραπέζι όπου ξεκουραζόταν ο μαγαζάτορας και ξεκίνησαν να γρατζουνούν το μπουζούκι και τις κιθάρες τους, αφήνοντας τις ρεμπέτικες νότες να στολίσουν τη γλυκιά βραδιά.

Σε λίγο όλα τα χείλη σιγοτραγουδούσαν μαζί, σχηματίζοντας μια υπέροχη, υπαίθρια κομπανία. Λίγο οι παγωμένες μπίρες, λίγο η συντροφιά των φίλων μας και περισσότερο η χαρά που διέκρινα στο πρόσωπό της με έφεραν στο κέφι και την τράβηξα να χορέψουμε το τραγούδι που ψιθύριζαν με ένα στόμα οι θαμώνες. Πριν το καταλάβω η αυτοσχέδια πίστα γέμισε ανθρώπους που χόρευαν αγκαλιασμένοι, γελώντας, αφήνοντας την ψυχή τους να τους δείξει τα βήματα.

Κι αυτός ο ήχος; Αυτή η παράταιρη μουσική; Από πού ερχόταν και απειλούσε να καταστρέψει την ατμόσφαιρα; Άνοιξα τα μάτια μου και, γυρίζοντας το κεφάλι, το μόνο που αντίκρισα ήταν το ταβάνι της κρεβατοκάμαράς μου. Ο χορός είχε σταματήσει στο όνειρό μου αλλά συνέχισε μέσα μου ελπίζοντας…. Ξανά, σαν σε εφιάλτη πια, ο ίδιος ήχος της αφύπνισης έσβησε τα ρεμπέτικα τραγούδια από τα αφτιά μου. Ανασηκώθηκα απρόθυμα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού.

 

Ένας βουρκωμένος ουρανός λέρωνε το τζάμι μου με τα σιγανά του δάκρυα, ενώ το φθινόπωρο χρωμάτιζε το πάρκο απέναντι αφήνοντας κόκκινες και πορτοκαλιές πινελιές στα δέντρα του. Σηκώθηκα και στάθηκα για λίγο μπροστά από το γυάλινο πλαίσιο για να θαυμάσω καλύτερα τον πίνακα που ζωγράφιζε η φύση. Στον δρόμο, περαστικοί κρυμμένοι κάτω από τις ομπρέλες τους περπατούσαν βιαστικά με προορισμό την καθημερινότητά τους. Μια ομάδα εφήβων με τις τσάντες ριγμένες στους ώμους αψηφούσε τη βροχή και την άφηνε να ποτίσει τα νιάτα τους, ενώ μια μητέρα, κρατώντας τις σχολικές τσάντες των παιδιών της, τα ακολουθούσε αγανακτισμένη καθώς εκείνα τσαλαβουτούσαν στις λακκούβες με τα νερά στον δρόμο προς το σχολείο.

Μόνο που δεν μπορούσα να δω καλά τα πρόσωπά τους. Σκεπάζονταν κάτω από τις πολύχρωμες μάσκες. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν χαμογελούσαν, αν μιλούσαν ή αν σώπαιναν. Έπρεπε να βρεθώ κοντά τους και να διαβάσω τα μάτια τους.

Έστρεψα το βλέμμα μου στο κομοδίνο και το έσυρα νοσταλγικά πάνω στη φωτογραφία μας από το περσινό καλοκαίρι. Δίπλα της υπήρχε ένα σημείωμα γραμμένο με κόκκινο στιλό και ζωγραφισμένες δυο καρδιές.

«Μην ξεχάσεις πάλι τη μάσκα σου… Να προσέχεις. Σε αγαπώ!»

Άνοιξα το συρτάρι κι έβγαλα το σακουλάκι με τη μάσκα. Δίπλωσα προσεκτικά το σημείωμα και ντύθηκα βιαστικά. Τη φόρεσα κι έβαλα το χαρτάκι στην τσέπη του πουκαμίσου μου, στο μέρος της καρδιάς. Όχι, δεν πήρα την ομπρέλα μου, γιατί πίσω από τα μουντά σύννεφα κρυφογελούσε ο ήλιος, έτσι όπως κρυφογελούσα κι εγώ που είχα στη ζωή μου κάποιον να με νοιάζεται. Και γιατί ήξερα πως με την αγάπη μπορείς να περάσεις αλώβητος από κάθε καταιγίδα.

Κώστας Κρομμύδας
Συγγραφέας και ηθοποιός

kostaskrommydas.gr

Share
Pin
Tweet
Related

instagram:

@Womensidegr

This error message is only visible to WordPress admins

Error: No feed found.

Please go to the Instagram Feed settings page to create a feed.